Αφήνοντας ένα βιβλίο στη μέση: Πότε αξίζει να “παρατήσεις” ένα βιβλίο;

Όσο κι αν  αγαπάς τα βιβλία, σίγουρα θα υπάρξουν κάποια που δεν είναι του γούστου σου. Μπορεί κάλλιστα να ξεκινήσεις ένα βιβλίο του οποίου ο τίτλος σε εντυπωσίασε, ή το εξώφυλλο σου φάνηκε ιδιαίτερα ενδιαφέρον (έλα, παραδέξου το, όλοι μας κοιτάζουμε τα εξώφυλλα), και αποφάσισες να το διαβάσεις. Κάθεσαι στην πολυθρόνα σου (στο κρεβάτι σου, στο πάτωμα, όπου τέλος πάντων βολεύεσαι περισσότερο όταν διαβάζεις), και ανοίγεις με ενθουσιασμό το νέο σου απόκτημα. Και ξεκινάς. Διαβάζεις την πρώτη σελίδα. Δεν ενθουσιάζεσαι ιδιαίτερα. Εντάξει, σκέφτεσαι, δεν έγινε και τίποτα, ελάχιστα βιβλία είναι αριστουργήματα από τις πρώτες προτάσεις.  Συνεχίζεις χαλαρά για το επόμενο μισάωρο, τελειώνοντας το πρώτο κεφάλαιο (υποθέτοντας ότι τα κεφάλαιο έχουν ένα φυσιολογικό μέγεθος, έτσι;). Έχεις ήδη αρχίσει να έχεις την αίσθηση ότι κάτι δεν πάει πολύ καλά. Συνεχίζεις να το διαβάζεις; Κι αν ναι, στις πόσες σελίδες…κόβεται η ευκαιρία που του δίνεις;

Υπάρχουν πολλά πράγματα που μας εξάπτουν το ενδιαφέρον σε ένα βιβλίο. Κίνητρο μπορεί να μην είναι μόνο η καλογραμμένη περίληψη στο οπισθόφυλλο, αλλά και άλλοι παράγοντες. Ένα τρανταχτό παράδειγμα είναι, φυσικά, ο συγγραφέας. Είναι πολύ πιο πιθανό να διαβάσουμε ένα βιβλίο από συγγραφέα του οποίου έργα έχουμε στο παρελθόν εκτιμήσει.

Υπάρχουν, όμως, και πολλοί λόγοι για να μη σου αρέσει ένα βιβλίο που ξεκίνησες. Από τον πιο κλασσικό,  τον “δεν ήταν αυτό που περίμενα”, που μπορεί να περιλαμβάνει από υπερβολικά “στολισμένη” περίληψη που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (έχει συμβεί σε όλους μας), μέχρι ένα έργο αγαπημένου συγγραφέα που τελικά δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες μας. Και τότε έρχεται το δίλημμα: συνεχίζεις να διαβάζεις το βιβλίο (“δε με έμαθε η μαμά μου να τα παρατάω!”) ή αποφασίζεις να το αφήσεις στην άκρη (“δεν έχω χρόνο για βαρετά βιβλία”);

Προσωπικά βρίσκομαι κάπου στο ενδιάμεσο. Κάποτε δεν παρατούσα βιβλίο, που να ήθελα να βγάλω τα μάτια μου από αυτά που διάβαζα. Κι ας έσερνα το ταλαίπωρο βιβλιαράκι κανένα μήνα από τον καναπέ στο κρεβάτι και πάλι πίσω. Κι ας διάβαζα δέκα σελίδες την ημέρα (άθλιο ποσοστό για έναν άνθρωπο που διαβάζει κατά μέσο όρο 150  τις μέρες που είναι κουρασμένος). Και μπορώ να παραδεχτώ, βέβαια, ότι κάποιες φορές αξίζει μία δεύτερη ευκαιρία σε κάποια αναγνώσματα. Πολλά βιβλία έχουν αρχίσει να μου εξάπτουν το ενδιαφέρον στις 30 (40,50) σελίδες. Υπήρξαν όμως και πολλά, πάρα πολλά, που δεν άξιζαν (προσωπικά μιλώντας, πάντα) το χρόνο μου.

Έτσι λοιπόν η τακτική μου άρχισε να αλλάζει. Πήγα από το “δεν τα παρατώ κι ας μου βγάλεις την ψυχή” στο “άστο, πουλάκι μου, μην παιδευόμαστε άδικα”. Βάζοντας ένα όριο (αν σε πενήντα σελίδες βαριέμαι ακόμη, ή αν δε μου βγαίνει η όρεξη να διαβάσω βιβλίο-σοκ) άρχισα να φιλτράρω ακόμη περισσότερο τα βιβλία που περνούσαν από τα χέρια μου. Γιατί, η αλήθεια είναι, ότι μία περίληψη ή μία κριτική τρίτου ατόμου δεν εγγυάται ποτέ ότι το βιβλιαράκι θα αρέσει σε εσένα (ή εμένα). Απλά σου δίνει περισσότερες πιθανότητες προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Πού θέλω να καταλήξω; Ίσως στο ότι όπως με όλα σχεδόν τα θέματα στη ζωή μας,  καλό είναι να μην είμαστε απόλυτοι ούτε με τα βιβλία. Πρόκειται για κάτι υποκειμενικό ( εκτός αν μιλάμε για επιστημονικά βιβλία και κάποια-όχι όλα- ιστορικά). Δεν είσαι υποχρεωμένος να τελειώσεις ένα βιβλίο που ξεκίνησες, δεν χάθηκε ο κόσμος αν δε σου αρέσει και, ναι, γίνεται να παρατήσεις ακόμη και ένα κλασσικό ( το Πόλεμος και Ειρήνη δεν ταιριάζει σε όλους, πώς να το κάνουμε;). Χωρίς τύψεις, απόλαυσε τα βιβλία που σε κάνουν να χάνεσαι, σε απορροφούν, σε κάνουν ευτυχισμένο.

Παιδικό βιβλίο: Πώς να εκπαιδεύσετε το (μικρό) μαμούθ σας.

Μήπως το μικρό σας σας ζητάει κατοικίδιο; Μήπως σας έχει πάρει τα αυτιά ζητώντας διαρκώς ένα μικρό φιλαράκι; Εντάξει, φαντάζομαι πως τα περισσότερα παιδάκι δε ζητούν μαμούθ, έλα όμως που υπάρχει εγχειρίδιο εκπαίδευσης για αυτά και…μπορείτε να το χρησιμοποιήσετε αντιστοίχως!

Το «Πώς να εκπαιδεύσετε το (μικρό) μαμούθ σας» είναι ένα παιδικό βιβλίο που απευθύνεται, φυσικά, σε όλα τα παιδάκια, αλλά ακόμη περισσότερο σε αυτά που ζητούν ένα κατοικίδιο. Ο Quentin Greban δίνει τους «κανόνες» ώστε τόσο το μαμούθ, όσο και ο μικρός ήρωας της ιστορίας, να ζουν ευτυχισμένα, αρμονικά, και τακτικά. Τι πρέπει να κάνεις για να είναι χαρούμενο το ζωάκι σου; Πόσο μεγάλο ρόλο παίζει το να το κρατάς καθαρό, ταϊσμένο και ξεκούραστο; Ποιος είναι υπεύθυνος για τη βόλτα του; Όλα αυτά, και πολλά ακόμη συζητά ο συγγραφέας με το μικρό ήρωα. Ταυτόχρονα, φυσικά, ο Greban δείχνει στο μικρό σας ότι και το ζωάκι είναι ένα μωράκι με ανάγκες, ένα μικρό παιδάκι, κι έτσι μαθαίνει στα παιδιά με όμορφο, διασκεδαστικό τρόπο πώς θα έπρεπε σε πολλές περιπτώσεις να φέρεται και το ίδιο.

 

Όχι, μην μπερδεύεστε, δεν είναι εγχειρίδιο για τους γονείς. Είναι ένα όμορφο παραμύθι, που θα βοηθήσει το μικρό σας να αντιληφθεί έννοιες όπως η υπευθυνότητα, η εξάρτηση του κατοικιδίου από τον ιδιοκτήτη του, η σημασία της καθαριότητας, χωρίς ταυτόχρονα να παύει να είναι απίστευτα διασκεδαστικό!

 

Ο Ηγεμόνας του Μακιαβέλι

 

Ξεκινώντας, θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο Μακιαβέλι δεν αναφέρεται σε ηγεμόνες συγκεκριμένα, αλλά στον ηγεμόνα, στο μονάρχη, στον πολιτικό, και στον άνθρωπο που έχει εξουσία στα χέρια του και σε αυτόν που θέλει να την αποκτήσει.

Τι είναι, λοιπόν, ο Ηγεμόνας; Ουσιαστικά, πρόκειται για κείμενα του Μακιαβέλι που σκοπό έχουν να δώσουν συμβουλές για την ανάκτηση και τη διατήρηση της εξουσίας, κατά βάση πολιτικής, αλλά και γενικότερα οποιασδήποτε μορφής εξουσίας.

Ο Μακιαβέλι υπήρξε πολιτικός της Φλωρεντίας σε μία ταραγμένη για την περιοχή εποχή, και θεωρείται από τους ιστορικούς ένα από τα λαμπερά μυαλά της εποχής του.  Στις μέρες μας, οι γνώσεις του ευρέως κοινού περί αυτής της προσωπικότητας έχουν συρρικνωθεί σε μία γνωστή σε όλους μας έκφραση: Μακιαβελισμός. Ο Μακιαβελισμός είναι μία αρνητική έννοια, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος με μακιαβελική φύση θα πατήσει επί πτωμάτων και θα προδώσει τους πάντες και τα πάντα, αρκεί να αποκτήσει και να διατηρήσει την επιθυμητή εξουσία. Θεωρείται πως ο όρος προκύπτει από την ανάγνωση του Ηγεμόνα.

Είναι όμως αυτή η πραγματικότητα;

Η ακαδημαϊκή κοινότητα διαφωνεί, και δε θα μπούμε σε αυτήν τη διαδικασία ανάλυσης. Αυτό που διαβάζετε αυτήν τη στιγμή, εξάλλου, είναι η ταπεινή άποψη ενός ανθρώπου που το διάβασε χωρίς να το (υπερ)αναλύσει. Να λοιπόν η δική μας άποψη: πρόκειται για κείμενα έξυπνα, τόσο ως προς το χειρισμό του λόγου (δεν ξεχνάμε ότι είναι γραμμένο από πολιτική μορφή της Ιταλικής Αναγέννησης), όσο και ως προς τις ιδέες. Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τμήματα, κάθε ένα εκ των οποίων ασχολείται με ένα συγκεκριμένο θέμα που έχει σχέση με την εξουσία, όπως για το πολίτευμα, το χαρακτήρα του ηγεμόνα, τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να λαμβάνει τις αποφάσεις του κλπ. Η λεπτομέρεια που το καθιστά ακόμη πιο σοβαρό ως σύγγραμα, είναι το γεγονός ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί απτά παραδείγματα από την τότε παγκόσμια ιστορία για να αποδείξει τα λεγόμενά του. Το σκοτεινό σημείο που παρεξηγείται; Αναφέρονται πράγματι στο κείμενο πολλά σημεία που μπορούν να θεωρηθούν σκληρά. Ένα παράδειγμα (για να ακολουθήσουμε και τη συγγραφική μορφή του Μακιαβέλι):  ένας μονάρχης που θέλει να διατηρήσει την ισχύ του στο μέγιστο, θα πρέπει να βάζει την εξουσία πάνω από τις υποσχέσεις του, καθώς αυτές μπορούν να υποδαυλίσουν τη δύναμή του. Σκληρό; Σίγουρα. Αλλά πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Μακιαβέλι δεν προτρέπει τον αναγνώστη να το ακολουθήσει, αλλά να το θεωρήσει δοκίμιο. Εξάλλου, βλέποντάς το και πρακτικά, αν κάποιος σας πει ότι οι πολιτικοί δεν τηρούν τις υποσχέσεις τους επειδή δεν τους συμφέρει, θα σοκαριστείτε; Εγώ όχι.

Αυτά, λοιπόν, περί Ηγεμόνος και Μακιαβελισμού. Πρόκειται για ένα άκρως ενδιαφέρον ανάγνωσμα, παραδόξως επίκαιρο (κάποια πράγματα δε θα αλλάξουν ποτέ, και ένα από αυτά είναι η πολιτική, σωστά;), και, για να είμαστε ειλικρινείς, αρκετά δύσκολο. Δεν πρόκειται για βιβλίο παραλίας, ούτε απευθύνεται σε κουρασμένο εγκέφαλο μετά από δεκάωρο εργασίας. Αξίζει όμως σίγουρα, σε μία περίοδο της ζωής σας που είστε αρκετά ξεκούραστοι, να του αφιερώσετε λίγο από το χρόνο σας.

 

Η τζαζ του δολοφόνου

«Στις 12:15 το βράδυ της επόμενης Τρίτης, σκοπεύω να περάσω πάνω από τη Νέα Ορλεάνη. Όντας απέραντα σπλαχνικός, θα κάνω σε εσάς τους ανθρώπους μία μικρή πρόταση:
Έχω μεγάλη αδυναμία στη μουσική τζαζ.
Ορκίζομαι σε όλους τους διαβόλους του Κάτω Κόσμου πως θα χαρίσω τη ζωή σε όλους εκείνους, στα σπίτια των οποίων θα ξεφαντώνει μία ορχήστρα τζαζ την ώρα που μόλις ανέφερα.
Ένα πράγμα είναι βέβαιο: ορισμένοι από εσάς, που δεν θα ακούνε τζαζ το βράδυ της Τρίτης, θα νιώσουν πάνω τους βαρύ τον πέλεκυ.»

Νέα Ορλεάνη, 1919. Στην ιταλική συνοικία της πόλης αρχίζουν να διαδραματίζονται στυγερά εγκλήματα, πάντα με τσεκούρι, πάντα χωρίς ίχνη. Η αστυνομία, με επί κεφαλής τον Μάικλ Τάλμποτ, προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεπλέξει το νήμα αυτών των , άσχετων μεταξύ τους, φόνων. Ταυτόχρονα η Άιντα, ένα κορίτσι που πάντα ονειρευόταν τη ζωή του ερευνητή, κάνει επικίνδυνα βήματα προς τη λύση του μυστηρίου. Τελικά πλησιάζουν το δολοφόνο, ή μήπως ο δολοφόνος βρίσκεται ήδη μία ανάσα πίσω  τους;

Βάλε τη μουσική του Luis Armstrong να παίζει απαλά και βούλιαξε αγκαλιά με το βιβλίο σε ένα αναπαυτικό σημείο, γιατί το εγγυώμαι, θα βρίσκεσαι καθηλωμένος ώρες!

Η τζαζ του δολοφόνου αποτελεί το πρώτο μυθιστόρημα του Ray Celestin. Για τους μη μυημένους, πρόκειται για έναν επαγγελματία σεναριογράφο του Hollywood. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, θα το θεωρούσα μειονέκτημα (πόσες φορές έχετε φωνάξει απελπισμένα «Δεν ήταν έτσι στο βιβλίο!!» σε μία κινηματογραφική αίθουσα, νιώθοντας την απογοήτευσή σας να μεγαλώνει ολοένα βλέποντας την κινηματογραφική μεταφορά;). Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, ο αναγνώστης εκπλήσσεται ευχάριστα. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που δεν είναι απλά περιγραφικό, ούτε μόνο γλαφυρό. Πρόκειται για μία ιστορία που σε απορροφά απόλυτα, σε βαθμό που δε σκέφτεσαι απλά αυτό που διαβάζεις, δεν είσαι απλά μέσα στη Νέα Ορλεάνη, αλλά παίρνεις μέρος στις γιορτές της, ακούς τις μουσικές της (σου το είχα πει, βάλε Armstrong να σε συνοδεύει, ταιριάζει στην περίσταση), οι μυρωδιές του δρόμου φτάνουν στα ρουθούνια σου και η βροχή νοτίζει το δέρμα σου. Υπάρχει κάτι καλύτερο σε ένα βιβλίο από το να το ζεις με όλες σου τις αισθήσεις;

Σε αυτήν την περίπτωση μάλλον θα έλεγα ότι υπάρχει: ο συνδυασμός με το βάθος των χαρακτήρων. Ο Celestin κατανοεί ότι κανείς δεν είναι μονόπλευρος, ικανοποιώντας έτσι και τον πιο δύσκολο αναγνώστη, αφού του δίνει χαρακτήρες με παρελθόν, προβλήματα, αγάπη, φθόνο, φόβο και πάθος –και αναφέρομαι σε όλους τους χαρακτήρες του.

Ορίστε, λοιπόν, μου πήρε καιρό αλλά βρήκα το βιβλίο μυστηρίου που έψαχνα: ένα μυθιστόρημα με δυνατή δομή, πολύπλευρους χαρακτήρες, αγωνία, νουάρ ύφος χωρίς κιτς προσπάθειες, ήχους, αρώματα, αισθήσεις και αισθήματα.  Για τους λάτρεις του είδους; Ναι, και όχι μόνο. Δεν είναι απλά ένα καλό βιβλίο μυστηρίου. Ο Celestin έχει κάνει την έρευνά του, και θα διαπιστώσεις ότι το 90% των πληροφοριών σχετικά με την πόλη αλλά και κάποιους ιστορικά υπαρκτούς χαρακτήρες του (καθώς και για τον ίδιο το δολοφόνο, αφού τόσο οι φόνοι όσο και το γράμμα υπήρξαν πραγματικά) είναι ακριβέστατες. Το εγγυώμαι, γιατί το έψαξα (τι να κάνουμε, υπάρχουμε κι εμείς οι «περίεργοι»).

Αν αναρωτιέσαι λοιπόν ποιο βιβλίο να ξεκινήσεις, θα πρότεινα αυτό. Δύσκολα θα βρεις άνθρωπο που το διάβασε να σου εκφράσει δυσαρέσκεια, και δεν είναι τυχαίο. Προσωπικά, ως δεινή αναγνώστρια, δηλώνω σίγουρη ότι θα ξαναδούμε υπέροχα βιβλία από τον Celestin  πολύ σύντομα.